Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Blog της Μαρίας Σιώζιου

ΠΡΟΣΔΟΚΙΕΣ ΓΕΜΑΤΕΣ ΦΟΒΟ ΚΑΙ ΕΛΠΙΔΑ ΠΟΥ ΓΕΝΝΙΟΥΝΤΑΙ ΣΕ ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΜΑΘΗΣΗΣ

Π

New Girl at School (1892), oil on canvas – State Tretyakov Gallery

Η μάθηση ξεκινάει από τη στιγμή που γεννιόμαστε και εξακολουθούμε να το κάνουμε σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας. Στην αρχή της ζωής για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα η μάθηση πραγματοποιείται μέσα από μια εξαρτημένη σχέση με ένα άλλο ανθρώπινο πλάσμα. Η ποιότητα αυτής της σχέσης επηρεάζει βαθιά την ικανότητα του ατόμου να αντιλαμβάνεται τις διασυνδέσεις ανάμεσα στα πράγματα και να ανακαλύπτει τη σημασία τους, όπως επίσης να αντλεί την αισιοδοξία που χρειάζεται για να μείνει κανείς ανοιχτός και περίεργος σε καινούργιες εμπειρίες.

Το καινούργιο φέρνει πάντα μέσα του την εκπλήρωση μιας ανεκπλήρωτης ανάγκης, ενός ιδανικού που αναζητάμε ακατάπαυστα. Ωστόσο με καθετί καινούργιο τρέφουμε και φόβους, σχετικά με την αβεβαιότητα και τις αμφιβολίες που μπορεί να μας πολιορκήσουν. Αυτά τα συναισθήματα τα αποδίδουμε συνήθως στα νήπια και στα μικρά παιδιά αλλά στην πραγματικότητα εξακολουθούν να υπάρχουν μέσα μας καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής μας.

Με λίγα λόγια, σε κάθε καινούργια κατάσταση νιώθουμε πολυάριθμα και ισχυρά άγχη τα οποία όταν τα εκφράζουμε και αναγνωρίζουμε τους φόβους που τα συνοδεύουν τα θεωρούμε ένα νόμιμο κομμάτι του εαυτού μας και να τα φέρνουμε υπό την επιτήρηση του ώριμου μέρους της προσωπικότητάς μας. Με αυτόν τον τρόπο χρησιμοποιούμε τις ενήλικες ικανότητές μας για να αντεπεξέλθουμε και επομένως ελέγχουμε τη σχέση μας με την πραγματικότητα. Επίσης, όταν τα αναγνωρίζουμε στον εαυτό μας αυξάνουμε τη διορατικότητα και την κατανόηση απέναντι στους άλλους και κυρίως στα μικρά παιδιά.

Κατά συνέπεια μπορούμε να καταλάβουμε πώς μπορεί να νιώθει ένας μικρός μαθητής όταν βρεθεί σε μια μεγάλη τάξη ή ένα μεγάλο σχολείο – μάλλον νιώθει σύγχυση και άγχος. Όταν ο νους γεμίζει με άγχος νιώθουμε την ανάγκη να υπάρξει μια διέξοδος για τα συναισθήματά μας, για να ανακουφιστούμε, θα θέλαμε να τα εκφράσουμε μέσα από λόγια ή πράξεις. Π.χ. σε μια πρώτη συνάντηση εκπαιδευτικών ένας δάσκαλος παρατήρησε ότι ορισμένοι άνθρωποι σταύρωναν τα μπράτσα τους σα να προσπαθούσαν να προστατέψουν τον εαυτό τους, να υψώσουν ένα φράγμα ανάμεσα στους ίδιους και τους άλλους. Κάποιοι άλλοι ήθελαν να ανάψουν ένα τσιγάρο για να τιθασεύσουν το άγχος τους. Δηλαδή τα στοιχεία που εμφανίζονται είναι τόσο νοητικά όσο και σωματικά. Σαν το μωρό που γαντζώνεται στο μητρικό στήθος ή σαν την ανάγκη να υπάρχει μια μητρική αγκαλιά που να προστατεύει από κάθε κίνδυνο.

Όταν είμαστε ενήλικες παραβλέπουμε αυτές τις παρατηρήσεις γιατί τις θεωρούμε ασυμβίβαστες με την ενήλικη εικόνα μας. Πολλές φορές, ακόμα και οι μικροί μαθητές  ντρέπονται να αποκαλύψουν πόσο τρομοκρατημένοι νιώθουν μπροστά σε μια νέα κατάσταση και κινητοποιούν την ενήλικη ιδιότητα που διαθέτουν για να βοηθηθούν. «Τώρα είμαι ένα μεγάλο αγόρι, ο αδερφός μου είναι ένα νιάνιαρο που κλαίει όταν η μαμά φεύγει από το σπίτι», απαντάει ένας πιτσιρικάς νηπιαγωγείου όταν τον ρωτούν πώς νιώθει την πρώτη του μέρα στο σχολείο. Αυτά τα συναισθήματα θα τα εκμυστηρεύονταν ένα παιδί σε ένα δάσκαλο γεμάτο κατανόηση αλλά όχι στη μαμά και στον μπαμπά από φόβο μην το περιγελάσουν. Ίσως να τα έλεγε στον παππού ή στη γιαγιά ή σε ένα κατοικίδιο.

Οι ρίζες του άγχους στην παιδική ηλικία

Τα άγχη αυτά έχουν τις ρίζες τους στην παιδική και νηπιακή μας ηλικία. Η ψυχαναλυτική μελέτη της ψυχικής ανάπτυξης έδειξε ότι οι εμπειρίες από την αρχή της ζωής παραμένουν στα βάθη της ψυχής μας καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής και ξανάρχονται στο προσκήνιο σε οποιαδήποτε κατάσταση θυμίζει παρελθόν. Αυτό δεν γίνεται συνήθως συνειδητά. Εμφανίζεται ως μια ανάμνηση στις αισθήσεις (Μ. Κλάιν) στις σωματικές και συναισθηματικές μας καταστάσεις ή φαντασιώσεις. Π.χ σε οποιαδήποτε νέα κατάσταση ξυπνάει ξανά το συναίσθημα που είχαμε στη γέννηση ότι μας βγάζουν από ένα οικείο περιβάλλον σε ένα άλλο κρύο, παράξενο και τρομακτικό.

Εξαιτίας αυτής της διαπίστωσης ο Γάλλος γιατρός Leboyer (γυναικολόγος και φιλόσοφος) για να μετριάσει τον τρόμο του νεογέννητου όταν βγαίνει στον κόσμο προσπάθησε να δημιουργήσει συνθήκες παρόμοιες με αυτές της μήτρας. Μετά από δικές του έρευνες χαμηλώνουν πλέον τα έντονα φώτα στις αίθουσες τοκετού όλης της Ευρώπης την ώρα που ένα μωρό ετοιμάζεται να βγει στον αέρα και οι μαίες τοποθετούν το νεογέννητο πάνω στο σώμα της μητέρας. Ο Winnicott περιέγραψε αυτήν την κατάσταση πολύ εύστοχα, «η μητέρα να εισάγει τον κόσμο στη ζωή του βρέφους σε μικρές δόσεις», είπε. Δηλαδή, το νεογέννητο μωρό δεν θα πρέπει να κατακλύζεται από εμπειρίες, αλλά να έχει καλές εμπειρίες σε μικρές δόσεις, έτσι ώστε να τεθούν τα θεμέλια της ελπίδας, ότι θα είναι σε θέση να αντιμετωπίσει τις οδυνηρές μεταβατικές καταστάσεις στη ζωή του. Διότι ό,τι στο παρελθόν μας έχει δημιουργήσει έντονο άγχος διατηρείται μέσα μας ως ίχνος στη μνήμη. Εννοείται πως ένας ενήλικας, ακόμα και ένα παιδί έχει κάποια γνώση να αντιμετωπίσει το φόβο, δε νιώθει ανήμπορος και χαμένος όπως ένα βρέφος. Μόνο σε εξαιρετικές καταστάσεις έντασης οι περισσότεροι από εμάς μπορεί να βιώσουμε κάτι που προσεγγίζει τον πανικό της βρεφικής ηλικίας. Επομένως το πόσο καλά μπορούμε να χειριστούμε μια καινούργια κατάσταση εξαρτάται από το απόθεμα των καλών εμπειριών που έχουμε μέσα μας, από το αν έχουμε μάθει να εμπιστευόμαστε και να στηριζόμαστε στους γονείς, ακόμα και όταν είναι απόντες. Τότε αποκτούμε την ικανότητα και την αντοχή να μένουμε μόνοι.

Επομένως, όταν βασιζόμαστε σε καλές νοητικές εμπειρίες τολμάμε να εξερευνήσουμε  άγνωστους χώρους και καταστάσεις, είμαστε σε θέση να «διακινδυνεύσουμε» να επεκταθούμε νοητικά και συναισθηματικά. Μολονότι κάθε νέα δεξιότητα που αποκτάμε αυξάνει την αυτοπεποίθησή μας, μας θωρακίζει απέναντι σε κάτι νέο και άγνωστο, πάντοτε αναρωτιόμαστε αν οι ικανότητές μας θα είναι επαρκείς γι’ αυτή τη νέα κατάσταση. Χρειάζεται να δοκιμάσουμε. Ωστόσο, πολλές φορές φοβόμαστε να δοκιμάσουμε γιατί τον εαυτό μας δεν τον έχουμε γνωρίσει μέσα σε ένα κενό αλλά σε σχέση με τους άλλους και κυρίως σε σχέση με τη μητέρα η οποία μας γνωρίζει και μας κατανοεί. Γι’ αυτό το λόγο όταν βρισκόμαστε μια άγνωστη και μη δομημένη κατάσταση μπορεί να νιώσουμε τρομοκρατημένοι και αποπροσανατόλιστοι (όπως τότε στο παρελθόν). Φοβόμαστε μη κατακλυστούμε από συναισθήματα ανημπόριας χάους και πανικού, φοβόμαστε μη χάσουμε την αίσθηση του εαυτού μας, την ταυτότητά μας.

Έχοντας τα παραπάνω κατά νου μπορούμε να καταλάβουμε έναν νέο δάσκαλο που αναλαμβάνει μια τάξη. Τα παιδιά που έχει στην τάξη του ξυπνούν δικά του νηπιακά άγχη, οπότε χρειάζεται την υποστήριξη συναδέλφων για να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Ένας νέος δάσκαλος μπορεί να φοβάται μήπως δεν κατορθώσει να ανταποκριθεί στα αιτήματα των μαθητών του. Αν έχει επίγνωση αυτής της νέας πρόκλησης τότε κάθε μέρα θα ανακαλύπτει μια νέα εμπειρία, η οποία όμως για να αντιμετωπιστεί θα προκαλεί κάποιο άγχος. Αυτά τα συναισθήματα είναι μέρος κάθε νέας αρχής και δεν μπορούν να αποφευχθούν. Προϋπόθεση για τη μάθηση είναι να νιώσει κάποιος ότι δεν ξέρει. Αν ο δάσκαλος φοβάται υπερβολικά, διατηρεί άκαμπτα τη σκέψη και τα συναισθήματα και δεν επιτρέπει στον εαυτό του να έχει τη συναισθηματική εμπειρία του νέου, αποκλείει τον εαυτό του από την ανακάλυψη του καινούργιου και του διαφορετικού. Αλλιώς πληρώνει το τίμημα του άγχους και της ανημπόριας για το άγνωστο, νιώθει τη σύγχυση που συνοδεύει την ύπαρξη σε κάθε νέα αρχή.

Τα είδη των ελπίδων και των φόβων που μπορεί να νιώσει ένας δάσκαλος και ένας μαθητής είναι:

α) Νιώθω χαμένος και σε σύγχυση

γ) Νιώθω ελπίδες και φόβους σε σχέση με τον εαυτό μου και τα άλλα μέλη της ομάδας

 Άγχος μήπως νιώσω χαμένος

Όλοι βιώνουμε κάποιο αποπροσανατολισμό σε ένα καινούργιο περιβάλλον. Νιώθουμε την ανάγκη να οριοθετήσουμε το χώρο έτσι ώστε να είμαστε λιγότερο εκτεθειμένοι στο κενό. Αυτό θυμίζει την ανάγκη του βρέφους να βρίσκεται στην αγκαλιά της μητέρας του όπου νιώθει προστασία γιατί ο εξωτερικός κόσμος του προκαλεί φόβο. Επομένως, υπάρχει μια ανάγκη για όρια για να νιώθουμε ασφάλεια (είτε είμαστε παιδιά είτε ενήλικες). Αυτό πλέον αναγνωρίζεται στο σχολείο, όπου τα παιδιά του νηπιαγωγείου τα κρατούν ξέχωρα. Τα παιδιά εξερευνούν μέσα σε μια περιορισμένη περιοχή, προέκταση της εμπειρίας του σπιτιού, όπου είναι προφυλαγμένα, το ένα κοντά στο άλλο και κοντά σε έναν προστατευτικό ενήλικα. Παρόμοια με την ασφάλεια του να βρίσκεται ένα παιδί μέσα σε ένα καθορισμένο πλαίσιο είναι να βρίσκεται κάτω από το βλέμμα ενός αξιόπιστου ενήλικα. Είναι σα μια ασπίδα προστασίας ενάντια στο κακό. Επίσης σε ένα βαθύτερο επίπεδο σημαίνει ότι μας σκέφτονται, μας αναγνωρίζουν ως άτομα.

Σε ένα νηπιαγωγείο, στα νεοφερμένα παιδιά, καρφίτσωναν ταμπελίτσες με τα ονόματά τους για να μπορούν οι υπόλοιποι να τα μάθουν. Μια μικρή μαθήτρια , καθημερινά υπενθύμιζε με άγχος στη μητέρα της να της την φορέσει. Λίγες μέρες αργότερα ανακοίνωσε ότι δεν τη χρειαζόταν πλέον γιατί η δασκάλα γνώριζε το όνομά της. Ήταν χαρούμενη γιατί η δασκάλα τη θυμόταν ως άτομο, την είχε κατά νου, επομένως δε χρειαζόταν να είναι γαντζωμένη σε κάτι που θα της έδινε ταυτότητα. Παρόμοια άγχη μπορούν να έχουν και τα μεγαλύτερα παιδιά, στο δημοτικό ή και στο γυμνάσιο. Στο πανεπιστήμιο θεωρούμε δεδομένο ότι οι φοιτητές προσπαθούν να ξεφύγουν από τους ενήλικες. Είναι χρήσιμο πάντως να τους γνωστοποιείται ότι υπάρχουν ενήλικες στους οποίους μπορούν να απευθυνθούν ή ακόμα και παλαιότεροι φοιτητές για να τους κατευθύνουν.

Ελπίδες και φόβοι σε σχέση με τον δάσκαλο και το εκπαιδευτικό ίδρυμα

Κάθε καινούργια σχέση δημιουργεί ελπίδα και φόβο τα οποία συνυπάρχουν στο μυαλό μας. Όπως οι νέες καταστάσεις αφυπνίζουν συναισθήματα του παρελθόντος έτσι και η συνάντηση με κάποιο νέο πρόσωπο, ειδικά αν πρόκειται για πρόσωπο εξουσίας πυροδοτεί παιδικές επιθυμίες και άγχη. Τα πρόσωπα αυτά συνήθως επενδύονται με τεράστια δύναμη. Προσδοκούμε να λειτουργήσουν σαν καλές νεράιδες, που με μια κίνηση του ραβδιού να μας μεταδώσουν ικανότητες, να θεραπεύσουν και να απομακρύνουν τις έγνοιες μας με την ελπίδα να αποφύγουμε τη ματαίωση και τον πόνο μιας αργής διαδικασίας μέσα από την οποία αποκτούμε γνώση, βελτίωση, ανάπτυξη. Βέβαια, παράλληλα με τις υπερβολικές προσδοκίες υπάρχουν και άλλες πιο ρεαλιστικές, όπως την επιθυμία να πάρουμε βοήθεια από κάποιον που διαθέτει περισσότερη γνώση και πείρα, την ελπίδα ότι οι αγώνες μας θα συναντήσουν ανεκτικότητα και οι παράλογες απαιτήσεις μας θα συναντήσουν κατανόηση.

Ελπίδες και φόβοι σε σχέση με τα άλλα μέλη της ομάδας

Με την υπόλοιπη ομάδα βρισκόμαστε σε ανάλογη θέση, νιώθουμε παρόμοια συναισθήματα και αναζητούμε μεταξύ μας υποστήριξη, αναζητούμε συμμάχους. Παρελθοντικές εμπειρίες με αδέρφια ή καλούς φίλους ενθαρρύνουν την προσέγγιση των άλλων μελών της ομάδας, χωρίς να λείπουν και οι παράγοντες που λειτουργούν κάποιες φορές ανασταλτικά ως προς την εμπιστοσύνη.

Εσωτερικοί και εξωτερικοί παράγοντες που επηρεάζουν το άγχος και τις ψυχοκοινωνικές μεταβάσεις. Κίνδυνοι.

Είναι σημαντικό να σκεφτούμε με ποιο τρόπο βοηθάμε ή παρεμποδίζουμε τα παιδιά να κάνουν τις απαραίτητες ψυχοκοινωνικές μεταβάσεις. Το άγχος είναι αναπόφευκτο και ίσως απαραίτητο για τη συναισθηματική και διανοητική ανάπτυξη ενός παιδιού. Όμως αποτελεί κίνητρο για ανάπτυξη όταν δεν είναι υπερβολικό. Αντίθετα, η έκθεση σε υπερβολικό άγχος ή η έλλειψη αντοχής του ατόμου σε υπερβολικό άγχος μπορεί να το οδηγήσει είτε σε πλήρη ανικανότητα να αντεπεξέλθει στη νέα κατάσταση είτε στην υιοθέτηση αμυντικών μηχανισμών οι οποίοι να παρεμποδίζουν την πλήρη χρήση του δυναμικού του. Σε αυτή την περίπτωση θα πρέπει να φροντίζουμε να αίρονται οι δυσμενείς εξωτερικές συνθήκες που προέρχονται από τον εκπαιδευτικό οργανισμό, οι οποίες επιδεινώνουν τις προσωπικές δυσκολίες ενός μαθητή. Σε γενικές γραμμές κάθε νέο ξεκίνημα κατευοδώνεται όταν υπάρχει μια ισορροπία ανάμεσα στην εξωτερική πίεση (στη φύση ή τον βαθμό πίεσης) και στα εσωτερικά αποθέματα που διαθέτει το άτομο να την αντιμετωπίσει.

Με δύο λόγια, κάθε νέα κατάσταση άγχους αποτελεί ανακεφαλαίωση των προηγούμενων καταστάσεων άγχους. Η ικανότητά μας να την αντιμετωπίζουμε εξαρτάται από την εσωτερική μας σταθερότητα, από την ικανότητα να αναπτύσσουμε μια αίσθηση ασφάλειας στον εαυτό μας σε άγνωστες καταστάσεις. Σε κάποια άτομα, όταν συντρέχουν κάποιοι παράγοντες, αυτή η αίσθηση ασφάλειας δεν επιτυγχάνεται εύκολα ή και καθόλου. Οι παράγοντες αυτοί είναι:

  1. Οι συχνές αλλαγές στη γονική φροντίδα κατά τη βρεφική ηλικία όπου κάθε αλλαγή υπονομεύει την εμπιστοσύνη του βρέφους στην αξιοπιστία του ενήλικα
  2. Οι τραυματικοί αποχωρισμοί εξαιτίας αρρώστιας ή θανάτου ενός γονέα υπονομεύουν την εμπιστοσύνη για την επιβίωση του αγαπημένου προσώπου κατά τη διάρκεια της απουσίας του
  3. Η αδυναμία εσωτερίκευσης μιας αρκετά καλής εμπειρίας είτε γιατί η μητέρα δεν ήταν αξιόπιστη είτε γιατί το παιδί δείχνει τόση έλλειψη αντοχής μπροστά στη ματαίωση, ώστε με κάθε απουσία της μητέρας καταστρέφεται η ανάμνηση της καλής εμπειρίας (απουσιάζει ο ασφαλής εσωτερικός δεσμός)
  4. Μια πρόσφατη απώλεια ή αποχωρισμός μπορεί να προκαλεί ένα επιπλέον ψυχολογικό φορτίο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή

Άλλοι παράγοντες που σχετίζονται με το άγχος

Χώρος: Όσο μεγαλύτερος είναι ο άγνωστος χώρος τόσο πιο χαμένοι αισθανόμαστε. Σε ένα εκπαιδευτικό ίδρυμα μπορούμε να προσφέρουμε κάποια ασφάλεια αν δεν αναγκάζουμε τους νεοφερμένους να μετακινούνται πολύ. Π.χ. στα σχολεία χρειάζεται οι μαθητές να μην πηγαίνουν στις τάξεις των εκπαιδευτικών τον πρώτο καιρό. Στα εκπαιδευτικά ιδρύματα να δίνεται ιδιαίτερη προσοχή στη δημιουργία λειτουργικών χώρων οι οποίοι να παίζουν το ρόλο κοινωνικών εστιών (π.χ. τραπεζαρίες, αίθουσες παιχνιδιών κτλ)

Αριθμοί: Ισχύει ό,τι ισχύει και για τους χώρους, να γνωρίζουμε τους ανθρώπους σε μικρές δόσεις. Σε πολύ μεγάλες ομάδες νιώθουμε εξαιρετικά χαμένοι, ίσως νιώσουμε φόβο μη συναντήσουμε βία και εχθρότητα. Επιπλέον, σε μια μεγάλη ομάδα τα μέλη της αλλάζουν συνεχώς και έτσι δεν διευκολύνεται η δημιουργία στενών σχέσεων. Ούτε όμως και το κατ’ ιδίαν μάθημα θα πρέπει να προκρίνεται γιατί οδηγεί στην απομόνωση και στη στέρηση ευκαιριών για τη δημιουργία ταιριαστών σχέσεων.

Ξενικότητα: Όσο πιο διαφορετική είναι μια κατάσταση από την παλιά τόσο μεγαλύτερη πιθανότητα υπάρχει να νιώσουμε σύγχυση και φόβο. Σε κάθε νέα κατάσταση χρειάζεται να παρέχουμε ανάλογη βοήθεια στους νεοφερμένους.

Αλληλεπίδραση εσωτερικών και εξωτερικών παραγόντων στο σχολείο

Για τα παιδιά που πάνε για πρώτη φορά στο σχολείο και δε δείχνουν σημάδια ανησυχίας όταν αποχωρίζονται τη μητέρα, θα πρέπει να διατηρούμε επιφυλάξεις. Μπορεί να έχουν μια εξιδανικευμένη εικόνα για το σχολείο, να πιστεύουν ότι οι σχέσεις εκεί είναι παρόμοιες με την οικογένεια (δηλαδή καλόβουλα ανεκτικές) και να βυθιστούν στην απογοήτευση όταν συναντήσουν τη διεκδικητικότητα ή την έλλειψη ανοχής. Αυτό μπορεί να δημιουργήσει μια σχολική άρνηση. Επομένως η οικογένεια θα πρέπει να καλλιεργεί ρεαλιστικές προσδοκίες στο παιδί για το σχολείο προκειμένου να μην απογοητευτεί ή τραυματιστεί. Επίσης ακόμα και στις μέρες μας το σχολείο δίνει υπερβολική έμφαση στα νοητικά επιτεύγματα με αποτέλεσμα να ενθαρρύνεται ο ανταγωνισμός σε βάρος των καλών κοινωνικών σχέσεων. Οι εκπαιδευτικοί χρειάζεται να έχουν επίγνωση για το ρόλο που μπορεί να παίξουν στο να βοηθήσουν τα παιδιά να γίνουν μέλη μιας ομάδας. Κάποιες από τις πιο ευαίσθητες στιγμές της ζωής ενός παιδιού βρίσκονται στα χέρια τους και αυτό αποτελεί μεγάλη ευθύνη. Επομένως, θα βοηθούσε πολύ αν για κάθε παιδί πριν πάει στο σχολείο γινόταν διεξοδικές συζητήσεις του δασκάλου με τον γονέα του για να διερευνηθεί η αντίληψη που έχει το παιδί για το σχολείο, η φύση της σχέσης που έχει με τους ενήλικες των δύο φύλων καθώς και με τα συνομήλικα ή/και τα μεγαλύτερα παιδιά. Με την ενημέρωση αυτή ο εκπαιδευτικός θα μπορεί να είναι πιο ευαίσθητος απέναντι στις αδυναμίες (και στις δυνατότητες) του κάθε παιδιού για να το βοηθήσει μέσα κι έξω από την τάξη. Τέλος, το βοηθητικό προσωπικό ενός σχολείου θα πρέπει επίσης να είναι συντονισμένο με αυτή την προσπάθεια.

Βιβλιογραφία

Σάλτζμπεργκερ- Ουίτεμπεργκ, Ι., Χένρι, Τ., Όσμπορν Ε. (1996). Η συναισθηματική εμπειρία της μάθησης και της διδασκαλίας. Εκδόσεις Καστανιώτη, Αθήνα.

Add comment

Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Blog της Μαρίας Σιώζιου

Τελευταια Αρθρα

Κατηγοριες

Archives