Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Blog της Μαρίας Σιώζιου

ΕΜΠΕΡΙΕΞΗ

Ε

Ο όρος «εμπερίεξη» (containment) οφείλεται στον Bion (1962a, 1962b, 1970) και υποδηλώνει την τοποθέτηση ενός ορίου γύρω από μια εμπειρία ή ένα συναίσθημα. Η εμπειρία ή το συναίσθημα θα μπορούσε να γίνει αντικείμενο διαχείρισης ή άρνησης, δηλαδή να διατηρηθεί και να βιωθεί ή να μετακυλιστεί και να αποφευχθεί, έτσι ώστε τα αποτελέσματά της/του θα μπορούσαν να ενισχυθούν ή να μετριαστούν. Ο Bion (1962a, 1962b, 1970), περιγράφοντας τη σχέση μεταξύ του δοχείου και του περιεχομένου, υποστηρίζει ότι το δοχείο είναι δυνατόν να δράσει ως ένα φίλτρο για τη διαχείριση των δύσκολων συναισθημάτων, καθιστώντας έτσι το περιεχόμενο ως κάτι το οποίο μπορεί να βιωθεί ως σωτηρία. Ως παράδειγμα μας αναφέρει την ανάγκη να «εμπεριέχει»  η μητέρα τα κατακλυσμιαία συναισθήματα του βρέφους. Δηλαδή, όταν το βρέφος απελευθερώνεται από τα δύσκολα συναισθήματα και τις μη ανεκτές εσωτερικές του καταστάσεις, «σώζεται» χάρη στη μητέρα και την ικανότητά της να τις επεξεργάζεται, να τις αποτοξινώνει, να τις νοηματοδοτεί και να τις επιστρέφει πίσω στο παιδί (Bion, 1978) ως υποφερτά συναισθήματα.

Στην ουσία η μητέρα υποδέχεται και εμπεριέχει στο δικό της ψυχισμό, τις επώδυνες αισθήσεις και τα ακατέργαστα στοιχεία που αποβάλλονται από το βρέφος. Είναι παρούσα σε αυτό που γίνεται ως η καλή μοίρα που αγρυπνά και μαντεύει τις συναισθηματικές εμπειρίες του βρέφους, καθώς γνέθει και υφαίνει τα νοήματα κρατώντας μακριά του την τοξικότητα και την «καταστροφή» Μανωλόπουλος (2004). Με αυτό τον τρόπο, μέσα από τη μητρική απόκριση στις εμπειρίες του βρέφους, το βρέφος καταπραΰνεται και εισπράττει την αίσθηση της ηρεμίας και της παρηγοριάς. Σιγά σιγά η μητέρα του μαθαίνει να στρέφει μέσα του αυτόν τον τρόπο αντιμετώπισης, να τον εσωτερικεύει και έτσι να δημιουργεί τον δικό του ψυχικό του χώρο, δηλαδή, να περιβάλλει τις εμπειρίες του και να τα βγάζει πέρα με τα συναισθήματά του. Μέσα από το μητρικό καθρέφτισμα των συναισθημάτων του, το βρέφος αντιλαμβάνεται τη δική του ψυχική κατάσταση και των άλλων και σταδιακά απoκτά την ικανότητα για συναισθηματική ρύθμιση και έλεγχο των παρορμήσεών του (Allen & Fonagy, 2002). Επομένως, η συναισθηματική «εμπερίεξη» και το ασφαλές κράτημα, η ανταπόκριση και η εναρμόνιση της μητέρας με το βρέφος οδηγεί σε ασφαλή παιδιά τα οποία στην πορεία εξελίσσονται σε συγκροτημένους ενήλικες που είναι σε θέση να κατανοούν και σε ένα επίπεδο να προβλέπουν τις συμπεριφορές των άλλων, να συνδέουν γεγονότα με σκέψεις και συναισθήματα και γενικά να νοηματοδοτούν αυτά που συμβαίνουν και να τα αντιμετωπίζουν (Θανοπούλου et al., 2012).

Στο σχολικό πλαίσιο κατά την κρίσιμη φάση που τα συναισθήματα ενός παιδιού μπορεί να γίνουν αβάσταχτα η ανταπόκριση και η φροντίδα των εκπαιδευτικών είναι ανυπολόγιστης αξίας. Η ζεστασιά της αγκαλιάς, η περιποίηση, το καθρέφτισμα των συναισθημάτων και γενικά η εναρμόνιση και η «εμπερίεξη» του παιδιού δίνει τη δυνατότητα στους εκπαιδευτικούς να δράσουν ως αλεξικέραυνα για τα κατακλυσμιαία αρνητικά συναισθήματα των μαθητών. Κατ’ αυτόν τον τρόπο μπορούν να λειτουργήσουν ως επαρκείς μητέρες, σύμφωνα με τον Winnicott (1960), ικανές και πρόθυμες να αντέξουν στην αγκαλιά τους (holding) όλη των καταστροφικότητα και το μίσος ενός παιδιού προς το πρωταρχικό αντικείμενο (που είναι συμβολικά το μητρικό στήθος). Άρα, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να γίνουν οι μεταβολίτες των οδυνηρών συναισθημάτων, παρεμποδίζοντας το «πέρασμα στην πράξη» (acting out). Κατά συνέπεια, η «εμπερίεξη» και το «κράτημα» που προσφέρουν σ’ ένα παιδί γίνεται μια επανορθωτική εμπειρία νοηματοδότησης, συνάντησης με τον Άλλον και ταύτισης με επαρκέστερα πρότυπα. Μέσα από την έμπρακτη διαβεβαίωση σε ένα παιδί ότι αξίζει την αγάπη και την αποδοχή, οι εκπαιδευτικοί το βοηθούν να γίνει ικανό για πραγματικές σχέσεις με νόημα. Αυτή είναι μια αναπλαισιωτική διεργασία η οποία εκτός του ότι βάζει τα θεμέλια της αποδοχής ενός παιδιού γι’ αυτό που είναι, καλλιεργεί τη δεξιότητα της ενσυναίσθησης και της αυτοαποκάλυψης.

Ωστόσο, τα συναισθήματα γύρω από τους μαθητές που δεν μπορούμε να τα διαχειριστούμε μπορεί να μας απειλήσουν με συντριβή. Μπορεί να είναι δύσκολο να αναγνωρίσουμε πότε ο καθένας από μας αισθάνεται συντετριμμένος, επειδή πιστεύουμε ότι θα έπρεπε να είμαστε ικανοί να αντεπεξέλθουμε, ότι χρειάζεται να είμαστε δυνατοί ώστε να αποτελέσουμε ένα καλό παράδειγμα. Και βεβαίως, χρειάζεται να είμαστε ικανοί να διαχειριζόμαστε τα συναισθήματά μας, αλλά αυτό δεν είναι το ίδιο με το να τα αγνοούμε ή να τα καταπιέζουμε. Όταν τα συναισθήματα καταπιέζονται ή αγνοούνται, σε μια προσπάθεια να εμφανιστούμε «δυνατοί» και ικανοί να αντεπεξέλθουμε, θα έρθουν συχνά στην επιφάνεια με κάποιον άλλο τρόπο, για παράδειγμα, σαν μια ασθένεια που σχετίζεται με το στρες ή τον εκνευρισμό και τα ξεσπάσματα. Χρειάζεται να είμαστε ικανοί να αναγνωρίζουμε τα συναισθήματά μας, να τα αφομοιώνουμε και να τα σκεφτόμαστε χωρίς πανικό. Δεν είναι μόνο τα συναισθήματα των παιδιών που χρειάζονται «εμπερίεξη» αλλά επίσης και τα δικά μας. Αυτός είναι ο λόγος που είναι τόσο σημαντικές οι ομάδες υποστήριξης μεταξύ συναδέλφων.

Για τους μαθητές που λειτουργούν με το πρότυπο του αποδιοργανωτικού δεσμού, το σχολικό κτίριο μπορεί να αντιπροσωπεύσει μια ασφαλή φυσική βάση που να παρέχει εμπερίεξη. Είναι ένας χώρος όπου:

  • οι κανόνες και τα όρια είναι ξεκάθαρα
  • οι διαδικασίες έχουν καθιερωθεί            
  • το πρόγραμμα της ημέρας, είναι γενικά προβλέψιμο
  • οι ρόλοι των ενηλίκων και των παιδιών είναι ξεκάθαροι

Επίσης, είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι ακόμα και αν φαίνεται ότι αυτοί οι μαθητές μισούν τους κανόνες και αντιδρούν εναντίον τους, στην πραγματικότητα αναζητούν, ασυνείδητα, να «εμπεριεχθούν». Για την ακρίβεια, για πολλά παιδιά το σχολείο είναι το πιο ασφαλές μέρος να εκφραστούν και να διαμαρτυρηθούν, σε σχέση με τα άλλα πλαίσια στα οποία ζουν και κινούνται π.χ. οικογενειακό, γειτονιά κ.τ.λ. Τα όρια στο σχολείο μπορεί να είναι πιο σταθερά και πιο ασφαλή απ’ ότι στο σπίτι τους, επομένως χρειάζεται να δοκιμαστούν και να «καρφωθούν» στη θέση τους. Τέλος, για να  ολοκληρωθεί η διαδικασία της εμπερίεξης των μαθητών από το σχολείο, εμείς οι εκπαιδευτικοί θα πρέπει να είμαστε σίγουροι ότι δεν πιανόμαστε στα δίχτυα της διχοτόμησης ακολουθώντας πολωτικές συμπεριφορές.

Βιβλιογραφία

Allen,J.G., Fonagy, P. (2002). The development of mentalizing and its role in psychopathology and psychotherapy. Topeka, KS: Menninger Clinic, Research Department.

Bion, W. R. (1962a). A theory of thinking, International Journal of Psycho-Analysis, vol.43. Reprinted in Second Thoughts (1967).

Bion, W. R. (1962b). Learning from Experience London: William Heinemann. [Reprinted London: Karnac Books].

Bion, W. R. (1970). Attention and Interpretation. London: Tavistock Publications. [Reprinted London: Karnac Books 1984].

Bion, W. (1978). .Second Thoughts. London: Heinemann.

Delaney, M. (2018). Attachment for Teachers. London: Worth Publishing.

Θανοπούλου, Κ., Κατή, Α., Χαραλαμπάκη, Κ. (2012). Δήμητρα και Περσεφόνη: Οικογενειακή Θεραπεία Μητέρας – Κόρης.  Ηλεκτρονικό Περιοδικό, Συστημική Σκέψη και Ψυχοθεραπεία, (ΕΕΣΚΕΨΟ), τεύχος 1.

Μανωλόπουλος, Σ. (2004). Η πρόσβαση της μητέρας στο ψυχισμό του βρέφους.   Ψυχολογικά Θέματα, 10, τεύχος1-2 : 19-29.

Winnicott, D.W. (1960). The Theory of the Parent-Infant Relationship. Int. J. Psycho-Anal., 41:585-595.

Add comment

Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Blog της Μαρίας Σιώζιου

Τελευταια Αρθρα

Κατηγοριες

Archives