Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Blog της Μαρίας Σιώζιου

Η ΘΕΩΡΙΑ ΤΟΥ ΔΕΣΜΟΥ ΚΑΙ Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ

Η

Κάθε πτυχή της ανάπτυξης ενός παιδιού διέπεται από δύο βασικούς συν-διαμορφωτές, τη φύση και την ανατροφή ή φροντίδα. Η φύση αναφέρεται στα γενετικά χαρακτηριστικά που κληρονομεί ένα παιδί από τους γονείς του και η φροντίδα, στους διαφορετικούς περιβαλλοντικούς παράγοντες που έχουν επηρεάσει την ανάπτυξή του με την πάροδο των ετών.

Η θεωρία των οικολογικών συστημάτων του Bronfenbrenner υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη ενός ατόμου πραγματοποιείται καθ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής του, μέσω κοινωνικών και ψυχολογικών διαδικασιών σύνθετης και αμοιβαίας αλληλεπίδρασης μεταξύ του ατόμου και του περιβάλλοντός του. Οι Bronfenbrenner και Morris ισχυρίζονται ότι το περιβάλλον αποτελείται από ένα σύστημα εμφώλευσης αλληλοσυνδεόμενων μικρότερων συστημάτων: το μικρο-, το μακρο-, το εξω, το μεσο- και το χρονοσύστημα, καθένα από τα οποία ποικίλλει σε σχέση με την επιρροή του στο παιδί, λειτουργώντας με τρόπο ώστε είτε να διατηρεί είτε να αναστέλλει την ανάπτυξή του. Το μικροσύστημα περιγράφει τα άμεσα προς το παιδί πλαίσια όπως το οικογενειακό, το σχολικό και τις ομάδες ομηλίκων. Στοχευμένες παρεμβάσεις σε αυτό το επίπεδο έχουν ευνοϊκά αποτελέσματα στο παιδί.

Άτομα και οικογένειες σε Κοινωνικά Πλαίσια – Αngela M. Sewell – WordPress.com

Το βρέφος από τη στιγμή της γέννησής του αλληλεπιδρά με το πρόσωπο που το φροντίζει, συνήθως τη μητέρα, στην οποία επικοινωνεί και εκφράζει τις ανάγκες και τις διαθέσεις του. Ο τρόπος που η μητέρα θα ανταποκριθεί στα μηνύματα του βρέφους είναι καθοριστικής σημασίας για την μετέπειτα εξέλιξή του καθώς το βρέφος μαθαίνει για το αν μπορεί να στηριχτεί σ’ εκείνη για να του προσφέρει ασφάλεια και παρηγοριά. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα να αναπτυχθεί ένας συναισθηματικός δεσμός ανάμεσα στο βρέφος και τη μητέρα. Σύμφωνα με τη θεωρία του δεσμού του Bowlby, η συνθήκη αυτή είναι απαραίτητη για να προχωρήσει ομαλά η ψυχική ανάπτυξη του βρέφους. Η φύση και η μορφή αυτής της πρωταρχικής σχέσης γίνεται ένα μοντέλο για το παιδί, για τις μετέπειτα σχέσεις που θα κάνει στη ζωή του, προκαλώντας έτσι προσδοκίες για το αν θα είναι άξιο αγάπης και κατά πόσο μπορεί να βασιστεί στους άλλους και να εμπιστευτεί τον κόσμο γύρω του.

Στη συνέχεια η Ainsworth εισήγαγε την έννοια της «Ασφαλούς Βάσης», κατά την οποία το βρέφος χρησιμοποιεί τη διαθεσιμότητα της μητέρας ως ασφαλή βάση για να εξερευνήσει το περιβάλλον και να δοκιμάσει νέες δεξιότητες. Η έρευνα της Ainsworth μας έδειξε ότι ανάλογα με τον τρόπο που θα ανταποκριθεί η μητέρα στις ανάγκες του βρέφους, εκείνο θα αναπτύξει μια από τις τρεις μορφές δεσμού: τον ασφαλή, τον ανασφαλή και τον αποδιοργανωμένο ή αδιαφοροποίητο. Δηλαδή, φαίνεται πως το είδος του πρωταρχικού δεσμού δημιουργεί κάποια «εσωτερικά μοντέλα εργασίας» τα οποία επιδρούν στο άτομο, στον τρόπο που βλέπει τον εαυτό του ως βρέφος και στη συνέχεια ως έφηβος και ως ενήλικας.

Τα παιδιά που έχουν αναπτύξει έναν ασφαλή δεσμό με το πρόσωπο που τα φροντίζει, νιώθουν χαρά, ικανοποίηση και αντιλαμβάνονται το πρόσωπο αυτό ως αξιόπιστο, υποστηρικτικό και ευαίσθητο. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, τα ίδια συναισθήματα να επεκτείνονται σταδιακά προς τους ομηλίκους και τους εξωοικογενειακούς θεσμούς. Σε ό,τι αφορά τους εαυτούς τους τα παιδιά αισθάνονται ασφάλεια και σιγουριά για να εξερευνήσουν το περιβάλλον και να δοκιμάσουν νέες δεξιότητες. Συνεπώς, εμφανίζουν καλύτερη γνωστική λειτουργία, ακαδημαϊκά κίνητρα και επιδόσεις, αναπτύσσουν ευκολότερα την ανθεκτικότητα, την ανεξαρτησία, τον έλεγχο των συναισθημάτων και την ενσυναίσθηση. Επιπλέον, αντιλαμβάνονται τους εαυτούς τους ως άξιους αγάπης, αποκτούν εμπιστοσύνη στις ικανότητές τους, στις κοινωνικές τους δεξιότητες και αναπτύσσουν θετική αυτοεκτίμηση.

Αντίθετα, τα παιδιά εκείνα των οποίων η εμπειρία του πρώιμου δεσμού, για οποιονδήποτε λόγο, δεν διαπνέονταν από ζεστασιά και συνέπεια, ούτε ένιωσαν κάποια προστασία απέναντι στο φόβο και το άγχος, προσδιορίζονται ως ευάλωτα παιδιά. Θεωρούνται ότι έχουν υψηλό επίπεδο ανάγκης, σύνθετες κοινωνικές και συναισθηματικές δυσκολίες, προβλήματα συμπεριφοράς και κάποιες φορές προβλήματα ψυχικής υγείας. Για τον λόγο αυτό χρειάζονται ένα δομημένο περιβάλλον με όρια και την παρουσία ενός σταθερού και αξιόπιστου ενήλικα για να αισθανθούν σίγουρα και ασφαλή, προκειμένου να κάνουν τις νέες μεταβάσεις που χρειάζονται στη ζωή τους. Τα πρόσωπα φροντίδας θα πρέπει να κατανοούν αυτό που τα παιδιά προσπαθούν να επικοινωνήσουν με τη συμπεριφορά τους, όπως επίσης να κατανοούν τον εσωτερικό κόσμο και τις ανάγκες τους. Θα πρέπει επίσης να δείχνουν ευαισθησία και να εναρμονίζονται με τις συναισθηματικες εμπειρίες των παιδιών. Η προσοχή που θα δείξουν στα παιδιά θα τους επιτρέψει να αναπτύξουν μια συντονισμένη κατανόηση γύρω από τον εσωτερικό τους κόσμο και τις ανάγκες τους, έτσι ώστε να μπορέσουν να προσδιορίσουν το πώς θα τις υποστηρίξουν. Αυτή η στάση θα κάνει τα παιδιά να νιώθουν ότι τα προσέχουν, ότι τα ακούν και ότι τα περιβάλλουν με ενδιαφέρον.

Εν κατακλείδι η έννοια της φροντίδας υπογραμμίζει τη σημασία του κοινωνικού πλαισίου. Είναι εξίσου σημαντικό με ποιόν μεγαλώνει ένα παιδί, όχι μόνο από ποιόν γεννήθηκε. Η φροντίδα που παρέχει ένας ενήλικας σε ένα παιδί μπορεί να επηρεάσει σημαντικά τις κοινωνικές και συναισθηματικές του δεξιότητες, τη συμπεριφορά του και εν τέλει την ευημερία του. Τα παιδιά και οι νέοι που έχουν ένα καλό ξεκίνημα στη ζωή φαίνεται να έχουν σημαντικά πλεονεκτήματα σε σχέση με εκείνους που έχουν βιώσει ελλειπείς ή παραμορφωμένες πρώιμες σχέσεις. Τείνουν να παρακολουθούν τακτικά το σχολείο, να έχουν καλύτερες επιδόσεις και να δημιουργούν πιο ουσιαστικές φιλίες. Επίσης είναι λιγότερο πιθανό να έχουν παραβατική συμπεριφορά και να αντιμετωπίζουν προβλήματα σωματικής ή ψυχικής υγείας. Με δύο λόγια η φροντιστική προσέγγιση προσφέρει στα παιδιά την ευκαιρία να συμπληρώσουν τις ελλειπείς αναπτυξιακές εμπειρίες που είχαν στα πρώτα τους χρόνια. Με αυτόν τον τρόπο τα παιδιά μπορούν να αναπτύξουν την ανθεκτικότητά τους και την ικανότητά τους να αντιμετωπίζουν με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση τις δοκιμασίες της ζωής, για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Βιβλιογραφία

Ainsworth, M.S., Blehar, M.C., Waters, E., & Wall, S. (1978). Patterns of attachment: A

psychological study of the Strange Situation. Hillsdale, N.J.: Lawrence Erlbaum.

Bowlby, J. (1988). Attachment, communication, and the therapeutic process. A secure base: Parent-child attachment and healthy human development. U.S.A.: Basic Books

Bretherton, I. (1992). The Origins of Attachment Theory: John Bowlby and Mary Ainsworth. Developmental Psychology, (28, pp. 759-775).

Bronfenbrenner, U. (1979). The Ecology of Human Development: Experiments by Nature and Design. Cambridge, Mass: Harvard University.

Bronfenbrenner, U., & Morris P.A. (2006). The bio-ecological model of human development. In W. Damon & R.M. Learner (Eds.) Handbook of child psychology: Theoretical models of human development (6th ed., Vol. 1. pp. 793-828). New York: Wiley.

Jacobsen, T. Edelstein, W., & Hofmann, V. (1994). A longitudinal study of the relation between representations of attachment in childhood and cognitive functioning in childhood and adolescence. Developmental Psychology, 30(1), 112-124.

Add comment

Η ΦΡΟΝΤΙΔΑ ΣΤΗΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ Blog της Μαρίας Σιώζιου

Τελευταια Αρθρα

Κατηγοριες

Archives